Πένθος και διεργασίες θρήνου στην εφηβεία

Στην πορεία της ζωής μας, βιώνουμε πολλές απώλειες, χάνουμε πολύτιμους για εμάς ανθρώπους, μέρη και αντικείμενα είτε λόγω της απόστασης που φέρνει ο τόπος ή ο χρόνος είτε λόγω του θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου. Αυτό που ουσιαστικά συμβαίνει, είναι η διακοπή ενός δεσμού και η αλλαγή της καθημερινότητας, η οποία συνοδεύεται από διεργασίες προσαρμογής στις νέες συνθήκες.

Κατά κύριο λόγο, ο καθένας μας βιώνει το μυστήριο του θανάτου περνώντας από συγκεκριμένα στάδια. Αρχικά, νιώθει ένα μούδιασμα, περνάει ένα σοκ και βιώνει την απόλυτη άρνηση της κατάστασης μη μπορώντας με τίποτα να δεχτεί την απώλεια. Στην συνέχεια, θυμώνει και προσπαθεί απεγνωσμένα να επανασυνδεθεί με το αγαπημένο του πρόσωπο, κάνοντας υπεράνθρωπες προσπάθειες. Καθώς δεν τα καταφέρνει, χάνει τις ελπίδες του, θλίβεται και απομονώνεται. Η αποδοχή της απώλειας ως πραγματικό γεγονός τον αποδιοργανώνει, μην μπορώντας να συνεχίσει εύκολα την ζωή του. Στην συνέχεια όμως, καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο του, βιώνει το πένθος, θρηνεί και απομονώνεται. Με το πέρασμα του χρόνου, το άτομο αποδέχεται την απώλεια και αναδιοργανώνεται, ο πόνος λιγοστεύει και το αίσθημα ευεξίας σταδιακά.

Για να κατανοήσουμε τον τρόπο που τα παιδιά αντιλαμβάνονται τον θάνατο και να μπορέσουμε να τα βοηθήσουμε να προσαρμοστούν μετά από μια σημαντική απώλεια θα πρέπει πάντα να λαμβάνουμε υπόψη μας το αναπτυξιακό στάδιο του κάθε παιδιού, τη ποσότητα και ποιότητα των εμπειριών που έχει σε σχέση με την απώλεια, το τρόπο που προσλαμβάνει και επικοινωνεί την απώλεια, τη προσωπικότητα του και τις πολιτισμικές και θρησκευτικές επιρροές που δέχεται από το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει.

Οι έφηβοι αντιλαμβάνονται τον θάνατο ως μη αναστρέψιμο γεγονός, συνειδητοποιούν την μονιμότητα του γι’ αυτό και αναζητούν το νόημα του, αποδίδοντας, στο φαινόμενο αυτό, μεταφυσικές ερμηνείες. Ο θρήνος στην εφηβεία συνήθως εκφράζεται με μειωμένη κοινωνικότητα και απομόνωση από τους συνομηλίκους, αναζήτηση νοήματος για όσα συνέβησαν, δυσκολίες συγκέντρωσης και επίλυσης προβλημάτων, δυσκολίες στον ύπνο και σωματικά συμπτώματα όπως πονοκέφαλο, αδυναμία και στομαχικές ενοχλήσεις, αισθήματα μοναξιάς και ενοχής, εκρήξεις θυμού, μείωση της σχολικής απόδοσης και αντικοινωνική συμπεριφορά.

Ο ρόλος των εκπαιδευτικών είναι καθοριστικής σημασίας στην διεργασία του θρήνου του εφήβου. Το διάστημα εκείνο όπου όλα αλλάζουν στην ζωή του νέου, το σχολείο είναι ο μοναδικός χώρος που συνεχίζει να του παρέχει σταθερότητα και ασφάλεια. Οι εκπαιδευτικοί καλούνται να λειτουργήσουν ως θετικά πρότυπα για το παιδί που θρηνεί, παρέχοντας του ειλικρινή και ουσιαστική υποστήριξη, προτρέποντας το να επικοινωνήσει όσα νιώθει και σκέφτεται σχετικά με το δυσάρεστο γεγονός και δίνοντας του χρόνο να διεργαστεί την απώλεια, διατηρώντας παράλληλα την σταθερότητα και τη ρουτίνα του σχολικού περιβάλλοντος. Επίσης, σημαντική είναι η συνεχής και ουσιαστική επικοινωνία σχολείου – οικογένειας, για την ανταλλαγή πληροφοριών και την υιοθέτηση κοινού τρόπου διαχείρισης της απώλειας.

Με την συμβολή όλων μας, ο έφηβος αποδέχεται την απώλεια, την εσωτερικεύει και την εντάσσει ομαλά στην καθημερινότητα του. Μέσα από την διεργασία του θρήνου, καταφέρνει να αναθεωρήσει τις αξίες του, η αυτοεκτίμηση του αυξάνεται και οι σχέσεις με τους συνομηλίκους χαρακτηρίζονται από κοινωνικό ενδιαφέρον και ενσυναίσθηση.

 

Ελένη Φίλιππα, Ψυχολόγος Σ.Σ.Ν. Λευκάδας

Comments are closed, but trackbacks and pingbacks are open.